Εξαιρετικά παρθένο ελαιόλαδο

Ελληνικό Εξαιρετικά Παρθένο Ελαιόλαδο
Το εξαιρετικά παρθένο ελληνικό ελαιόλαδο δεν είναι απλώς ένα προιον. Είναι μνήμη, παράδοση και αναπόσπαστο κομμάτι της ελληνικής γαστρονομικής παράδοσης. Από τους ελαιώνες της αρχαιότητας μέχρι το σημερινό τραπέζι, το ελληνικό εξαιρετικά παρθένο ελαιόλαδο συνεχίζει να αποτελεί τον πιο αυθεντικό πρεσβευτή της ελληνικής κουζίνας.
Κάθε σταγόνα του κρύβει τον ήλιο της Μεσογείου, το άρωμα της γης και τη φροντίδα ανθρώπων που καλλιεργούν την ελιά εδώ και γενιές με μεράκι και γνώση.
Ο υγρός χρυσός της Μεσογείου
Η ελιά καλλιεργείται στην Ελλάδα εδώ και χιλιάδες χρόνια. Οι αρχαίοι Έλληνες την αποκαλούσαν «υγρό χρυσό», αναγνωρίζοντας την αξία της τόσο στη διατροφή όσο και στην καθημερινή ζωή. Και όχι άδικα! Με κύριους εκπροσώπους της ελληνικής ελαιοπαραγωγής την Πελλοπόνησο και την Κρήτη η Ελλάδα αυτή την στιγμή αποτελεί έναν απο τους πιο σημαντικούς παίκτες διεθνώς στον τομέα της παραγωγής και εμπορίας έξτρα παρθένου ελαιολάδου!
Στην συντριπτική πλειοψηφία των ελληνικών ελαιώνων εφαρμόζονται οι πιο παραδοσιακές μέθοδοι παραγωγής χωρίς χημικά και με συνεχή επίβλεψη απο γεωπόνους και έμπειρους παραγωγούς για να διασφαλίζεται η τήρηση των πιο αυστηρών προτύπων ασφαλέιας κατα την παραγωγή των ελιών.
Στην συνέχεια η ελαιοσυλλογή αποτελεί μια μεγάλη γιορτή και τελετουργία για τις περισσότερες ελληνικές περιοχές όπου ολόκληρες οικογένειες μαζεύονται στα χωράφια συλλέγοντας τον καρπό ένα προς ένα για να μην υπάρχει ο παραμικρός τραυματισμός του καρπού που θα οδηγήσει σε μείωση της ποιότητας του.
Απο εκεί σε ειδικά σακιά μεταφέρονται οι καρποί αμέσως στα ελαιοτριβεία που με την μέθοδο της ψυχρής έκθλιψης για να μην αλλοιωθούν ούτε στο ελάχιστο τα θρεπτικά συστατικά του καρπού παράγεται το έξτρα παρθένο ελαιόλαδο που θα βρείτε μετά στην αγορά σε τεράστια ποικιλία απο συσκευασίες και μεγέθη για να καλύψουν κάθε σας ανάγκη.
Τα οφέλη του ελληνικού εξαιρετικά παρθένου ελαιολάδου
Το ελληνικό εξαιρετικά παρθένο ελαιόλαδο αποτελεί βασικό στοιχείο της Μεσογειακής διατροφής, η οποία θεωρείται από τις πιο υγιεινές στον κόσμο.
Το ποιοτικό ελληνικό εξαιρετικά παρθένο ελαιόλαδο είναι:
πλούσιο σε αντιοξειδωτικά και πολυφαινόλες
πηγή μονοακόρεστων λιπαρών
σύμμαχος για την καρδιαγγειακή υγεία
βασικό στοιχείο μιας ισορροπημένης και φυσικής διατροφής
Δεν είναι τυχαίο ότι η καθημερινή κατανάλωση ελαιολάδου αποτελεί θεμέλιο της ελληνικής κουλτούρας διατροφής εδώ και αιώνες.
Ένα προϊόν που κουβαλά ιστορία
Το εξαιρετικά παρθένο ελληνικό ελαιόλαδο είναι κάτι περισσότερο από ένα αγροτικό προϊόν. Είναι ένα κομμάτι της ελληνικής ταυτότητας. Ένα προιόν κορυφαίας ποιότητας που κάθε σπίτι πρέπει να έχει στο τραπέζι του.
Είναι ο ήλιος, η γη, η παράδοση και η φροντίδα που συναντιούνται σε κάθε σταγόνα. Σε κάθε σταγόνα με την οποί αμπορείτε να δημιουργήσετε φαγητά που θα λατρέψουν μικροί και μεγάλοι!
Δοκιμάστε το και αφεθείτε σε ένα υπέροχο ταξίδι γεύσεων.
Εξαιρετικό Παρθένο Ελαιόλαδο: Ο Υγρός Χρυσός της Ελληνικής Γης
Το ελαιόλαδο δεν είναι απλώς ένα προϊόν στα ράφια των καταστημάτων. Είναι η μυρωδιά του φρεσκοτριμμένου καρπού στο λιοτρίβι που πλημμυρίζει τα χωριά μας τον Νοέμβρη, ο ρυθμικός ήχος από τα ραβδιστικά στα κτήματα και η ανάμνηση μιας φέτας ζεστού ψωμιού που «κολυμπάει» στο καταπράσινο, φρέσκο λάδι. Είναι οι οικογενειακές ιστορίες γύρω από το τραπέζι, οι παππούδες που μιλούν για τις παλιές σοδειές και τα παιδιά που μεγαλώνουν μαθαίνοντας να ξεχωρίζουν το καλό λάδι από την πρώτη γουλιά. Για την Ελλάδα, το εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο είναι η ίδια η ταυτότητά μας, ένας θησαυρός που περνά από γενιά σε γενιά, συνδεδεμένος με τη μεσογειακή διατροφή, την υγεία, αλλά και τον ίδιο τον τρόπο ζωής.
Σε αυτόν τον πλήρη οδηγό, θα εξερευνήσουμε τα πάντα γύρω από το κορυφαίο λάδι του κόσμου: από τις ιστορικές ποικιλίες και την ιεροτελεστία της παραγωγής, μέχρι τα αυστηρά επιστημονικά κριτήρια που το καθιστούν «εξαιρετικό». Θα παρουσιαστούν πρακτικές πληροφορίες για την επιλογή, τη σωστή αποθήκευση και τη χρήση του στην καθημερινή μαγειρική, αλλά και στοιχεία για τα οφέλη του στην υγεία, όπως η συμβολή του στην καρδιαγγειακή προστασία και η αντιοξειδωτική του δράση. Πρόκειται για έναν οδηγό που αναδεικνύει τόσο την παράδοση όσο και τη σύγχρονη επιστημονική γνώση γύρω από το ελαιόλαδο.
Τι ορίζουμε ως Εξαιρετικό Παρθένο Ελαιόλαδο
Για να καταλάβουμε την αξία του, πρέπει πρώτα να ξεκαθαρίσουμε τι είναι αυτό που το κάνει να ξεχωρίζει από το απλό «παρθένο» ή τα ραφιναρισμένα λάδια. Χρειάζεται να γίνει διάκριση ανάμεσα σε ένα λάδι που προορίζεται απλώς για μαγείρεμα και σε ένα λάδι που μπορεί να σταθεί μόνο του, σαν γευστική εμπειρία, πάνω σε μια απλή σαλάτα ή σε ένα κομμάτι ψωμί. Μόνο τότε γίνεται φανερό γιατί το εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο θεωρείται η κορυφή της ποιότητας.
Το εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο (Extra Virgin Olive Oil - EVOO) αποτελεί την ανώτερη ποιοτική κατηγορία. Είναι ο φυσικός χυμός της ελιάς, ο οποίος λαμβάνεται αποκλειστικά με μηχανικές μεθόδους, χωρίς καμία απολύτως χημική επεξεργασία. Αυτό σημαίνει ότι ο καρπός συλλέγεται προσεκτικά, μεταφέρεται γρήγορα στο ελαιοτριβείο και αλέθεται σε χαμηλές θερμοκρασίες, ώστε να διατηρηθούν αναλλοίωτα τα αρώματα, οι γεύσεις και τα πολύτιμα θρεπτικά συστατικά του. Δεν επιτρέπεται καμία προσθήκη ή βελτιωτικό, ούτε ανάμειξη με άλλα έλαια, γεγονός που το καθιστά ένα αυθεντικό, αγνό προϊόν της φύσης.
Το πρώτο και κυριότερο χαρακτηριστικό του είναι η χαμηλή οξύτητα, η οποία δεν πρέπει να ξεπερνά το 0,8%. Ωστόσο, τα κορυφαία ελληνικά ελαιόλαδα συχνά αγγίζουν το 0,2% ή 0,3%. Η οξύτητα αποτελεί ένδειξη της υγιεινής κατάστασης του καρπού και της σωστής διαχείρισης κατά την παραγωγή· όσο χαμηλότερη είναι, τόσο πιο προσεγμένη θεωρείται η διαδικασία από το δέντρο μέχρι το μπουκάλι.
Πως παραγεται το ελληνικο ελαιολαδο:
Η Διαδικασία Παραγωγής: Μια Ιεροτελεστία με ρίζες εδω και Αιώνες
Η παραγωγή του ελαιολάδου είναι μια μάχη με τον χρόνο και τη φύση, αλλά και μια πράξη σεβασμού προς τη γη που το γεννά. Κάθε στάδιο απαιτεί προσοχή, μεράκι και εμπειρία, ώστε να διατηρηθούν οι ευεργετικές ιδιότητες του καρπού, το άρωμα, η γεύση και ο χαρακτήρας του. Από τη στιγμή που ο καρπός θα κοπεί από το δέντρο μέχρι τη στιγμή που το λάδι θα γεμίσει το δοχείο, κάθε λεπτό μετράει και κάθε επιλογή επηρεάζει την τελική ποιότητα.
Η Συγκομιδή και το Μάζεμα
Όλα ξεκινούν με το πρώτο κρύο και τις πρώτες πρωινές ομίχλες του φθινοπώρου. Η εικόνα των λινατσών στρωμένων κάτω από τα αιωνόβια δέντρα είναι χαραγμένη στο DNA κάθε ελληνικής οικογένειας, μια εικόνα που επαναλαμβάνεται από γενιά σε γενιά. Είτε με το παραδοσιακό ράβδισμα των κλαδιών με ξύλινα ραβδιά, είτε με σύγχρονα δονητικά μηχανήματα που σέβονται τον καρπό, ο στόχος είναι ένας: να πέσει ο καρπός στα «πανιά» χωρίς να τραυματιστεί, χωρίς να χτυπηθεί στο χώμα και χωρίς να μείνει εκτεθειμένος για πολλές ώρες.
Η πρώιμη συγκομιδή, που γίνεται όσο οι ελιές είναι ακόμα πράσινες και σφιχτές, μας δίνει το αγουρέλαιο, ένα λάδι με εκρηκτικά αρώματα, έντονη πικράδα και πικάντικη επίγευση, πλούσιο σε πολυφαινόλες και με υψηλή φαρμακευτική αξία. Η απόδοση σε ποσότητα είναι μικρότερη, αλλά η ποιότητα και η θρεπτική του δύναμη αποζημιώνουν κάθε κόπο.
Από το Χωράφι στο Λιοτρίβι
Η ταχύτητα είναι το παν. Οι ελιές πρέπει να μεταφερθούν στο ελαιοτριβείο το συντομότερο δυνατό, ιδανικά εντός λίγων ωρών από τη συγκομιδή, ώστε να μην προλάβουν να οξειδωθούν ή να ζυμωθούν. Η μεταφορά γίνεται σε διάτρητα τελάρα ή ειδικούς σάκους που επιτρέπουν τον αερισμό, ποτέ σε κλειστούς σάκους που «πνίγουν» τον καρπό και αλλοιώνουν το άρωμα του μελλοντικού λαδιού.
Εκεί, αφού απομακρυνθούν τα φύλλα, τα κλαδιά και τυχόν ξένα σώματα με ειδικά μηχανήματα καθαρισμού, οι καρποί πλένονται με καθαρό, πόσιμο νερό για να φύγει η σκόνη και το χώμα. Μόνο τότε θεωρούνται έτοιμοι να οδηγηθούν στον σπαστήρα, όπου ξεκινά η μεταμόρφωση από καρπό σε ελαιόπαστα.
Η μυρωδιά της φρεσκοσπασμένης ελιάς που γεμίζει τον χώρο είναι η στιγμή που η προσμονή μετατρέπεται σε δικαίωση. Τα αρώματα του φρεσκοκομμένου χόρτου, του αγριόχορτου και του πράσινου καρπού πλημμυρίζουν το λιοτρίβι, θυμίζοντας ότι το ελαιόλαδο δεν είναι απλώς ένα προϊόν,
Οι κυριότερες ποικιλίες ελιάς της Ελληνικής Γης
Αποκλειστικά Ελαιοποιήσιμες (Για Λάδι)
Κορωνέικη (ή Ψιλολιά): Κατέχει το 60% της ελληνικής παραγωγής και θεωρείται η «βασίλισσα» των ελαιοποιήσιμων ποικιλιών. Δίνει κορυφαίας ποιότητας φρουτώδες λάδι, πλούσιο σε πολυφαινόλες, με έντονα αρώματα φρεσκοκομμένου χόρτου, αγκινάρας και πράσινου αμυγδάλου. Ιδανική για καθημερινή χρήση στην κουζίνα, αλλά και για ωμή κατανάλωση σε σαλάτες και κρύα πιάτα.
Λιανολιά Κέρκυρας: Ευδοκιμεί στα Ιόνια νησιά, κυρίως στην Κέρκυρα, όπου σχηματίζει χαρακτηριστικά ελαιόδεντρα με πλούσιο φύλλωμα. Παράγει λάδι με υψηλή περιεκτικότητα σε αντιοξειδωτικά και ήπια, βελούδινη γεύση, που ταιριάζει ιδιαίτερα σε ψάρια, θαλασσινά και ελαφριές σάλτσες.
Μαστοειδής (ή Τσουνάτη): Καλλιεργείται σε μεγάλο υψόμετρο στην Κρήτη και τη Λακωνία, σε περιοχές με δύσκολες κλιματολογικές συνθήκες. Αντέχει στο κρύο και δίνει πολύ αρωματικό λάδι, με πικάντικη επίγευση και έντονη προσωπικότητα. Συχνά προτιμάται από όσους αγαπούν τα δυνατά, «χαρακτηριστικά» ελαιόλαδα.
Αγρελιά: Η άγρια ελιά, πρόγονος των καλλιεργούμενων ποικιλιών. Χρησιμοποιείται κυρίως ως υποκείμενο για εμβολιασμό, χάρη στη μεγάλη αντοχή της σε ασθένειες και δύσκολα εδάφη, αλλά το λάδι της θεωρείται φαρμακευτικό λόγω υψηλών φαινολών και έντονης αντιοξειδωτικής δράσης. Έχει πολύ δυνατό, σχεδόν πικρό προφίλ, που χρησιμοποιείται συχνά σε μικρές ποσότητες για ενίσχυση χαρμανιών.
Κουτσουρελιά (ή Πατρινή): Ευδοκιμεί σε Αχαΐα και Κορινθία, σε ημιορεινές και ορεινές περιοχές. Παράγει λάδι μέτριας ποιότητας ως προς την οξύτητα, αλλά με γλυκιά, ευχάριστη γεύση και ήπιο άρωμα, που την καθιστά αγαπητή στην τοπική κουζίνα για μαγείρεμα, τηγάνισμα και παραδοσιακές συνταγές.
Θιακή: Ποικιλία της Ιθάκης και της Κεφαλονιάς, στενά συνδεδεμένη με την τοπική παράδοση των νησιών. Δίνει εξαιρετικής ποιότητας και διαύγειας λάδι, με λαμπερό χρώμα και ισορροπημένη γεύση, που αναδεικνύει τα τοπικά προϊόντα και χρησιμοποιείται συχνά σε παραδοσιακές νησιώτικες συνταγές.
2. Διπλής Χρήσης (Για Λάδι & Επιτραπέζιες)
Μανάκι: Κυριαρχεί στην Ανατολική Πελοπόννησο και αποτελεί βασική ποικιλία σε Αργολίδα και Κορινθία. Δίνει απαλό λάδι, με ήπια φρουτώδη γεύση και χαμηλή πικράδα, ιδανικό για όσους προτιμούν διακριτικά αρώματα. Παράλληλα προσφέρει νόστιμη βρώσιμη ελιά, που καταναλώνεται κυρίως πράσινη ή ξανθιά, συχνά σε άλμη ή ξύδι.
Μεγαρείτικη: Ανθεκτική στην ξηρασία, καλλιεργείται στην Αττική και τη Βοιωτία, αλλά και σε άλλες περιοχές με φτωχά εδάφη. Παράγει ελαφρώς πικάντικο λάδι, με χαρακτηριστική επίγευση, και ελιές «τσακιστές», που αρωματίζονται παραδοσιακά με λεμόνι, σκόρδο και αρωματικά βότανα, αποτελώντας κλασικό μεζέ της ελληνικής κουζίνας.
Αδραμυτινή & Κολοβή: Οι δύο βασικές ποικιλίες της Λέσβου, με μακρά ιστορία και παράδοση στην παραγωγή ελαιολάδου. Δίνουν λάδι με μοναδικό χρυσαφί χρώμα, λεπτόρρευστο, με φίνα αρώματα και ισορροπημένη γεύση, αλλά και εξαιρετικές
