Μυτιλήνη

Ξεκίνησα από τη Μυτιλήνη. Η πρωτεύουσα του νησιού έχει μια παλιά, αρχοντική αύρα, σαν να κουβαλάει σε κάθε της γωνιά ιστορίες αιώνων που ψιθυρίζουν ακόμη. Περπάτησα στα σοκάκια της, ανάμεσα σε νεοκλασικά αρχοντικά και παλιά μαγαζιά που μοιάζουν να αντιστέκονται στον χρόνο, άκουσα τις φωνές από τα μπαλκόνια, τις μυρωδιές από τους φούρνους και τα ουζερί να μπλέκονται στον αέρα.
Κάθισα σε καφέ γεμάτα ζωή, όπου οι συζητήσεις των ντόπιων μπλέκονταν με τα γέλια των ταξιδιωτών, και ο χρόνος έμοιαζε να κυλάει πιο αργά, σαν να έκανε μια μικρή παύση για να χωρέσει όλες αυτές τις στιγμές. Ανέβηκα στο Κάστρο, ακολουθώντας τα σκαλιά που σκαρφαλώνουν στον λόφο, με τον αέρα να μυρίζει θάλασσα και πεύκο και να καθαρίζει το μυαλό. Από ψηλά, η πόλη και το Αιγαίο απλώνονταν σαν ζωντανός πίνακας, με τα κόκκινα κεραμίδια, τα καΐκια στο λιμάνι και τη γραμμή του ορίζοντα να χάνεται στο μπλε, εκεί όπου το βλέμμα σταματά και αφήνει τη φαντασία να συνεχίσει.
Και μετά, ο Μόλυβος. Από εκείνα τα χωριά που δεν τα ξεχνάς, όσος καιρός κι αν περάσει, γιατί χαράζονται μέσα σου σαν ανάμνηση καλοκαιριού. Λιθόστρωτα δρομάκια που σε οδηγούν σαν μυστικά μονοπάτια, πέτρινα σπίτια να ανεβαίνουν στον λόφο, στολισμένα με μπουκαμβίλιες και γιασεμιά που στάζουν άρωμα, κι εκείνο το κάστρο στην κορυφή να στέκει φρουρός πάνω από όλα, αγέρωχο και ήσυχο.
Η θάλασσα από κάτω να απλώνεται βαθιά και ήσυχη, ο ήλιος να δύει πίσω από τα κεραμίδια και να χρωματίζει τα πάντα με πορτοκαλί και ροζ αποχρώσεις, σαν να τα αγγίζει με πινέλο… Οι φωνές από τα ταβερνάκια, το γέλιο των παιδιών, το τσούγκρισμα των ποτηριών, όλα έδεναν σε μια σκηνή σχεδόν ονειρική, που δεν ήθελε να τελειώσει. Νόμιζα πως είχα βρει την ομορφιά. Κι εκείνη απλώς στεκόταν εκεί, ήρεμη και βέβαιη, σαν να ήταν πάντα παρούσα και απλώς περίμενε τη στιγμή που κάποιος θα την προσέξει πραγματικά.
